κουλτούρα
•
- η καλλιέργεια του πνεύματος, η παιδεία αλλά και η συνολική πνευματική παράδοση και δημιουργία ενός κοινωνικού συνόλου ή μιας κοινωνικής ομάδας Βικιλεξικό
- αξιοπρόσεκτη είναι η συμμετοχή της κουλτούρας των μειονοτικών πληθυσμών στο γενικότερο πολιτισμό μιας χώρας
- υποτιμητικά, η έννοια της σοβαροφάνειας και ενδεχομένως η επίδειξη σε θέματα διανόησης Βικιλεξικό
- ε, δε γίνεται να μη στρέψει το ζήτημα ξανά εκεί που θέλει, για να μας δείξει ότι δήθεν έχει κουλτούρα
Ετυμολογία
κουλτούρα < γερμανική Kultur < λατινική cultura < colo (καλλιεργώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουλτούρα | κουλτούρες |
| Γενική | κουλτούρας | κουλτουρών |
| Αιτιατική | κουλτούρα | κουλτούρες |
| Κλητική | κουλτούρα | κουλτούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →