Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουλτούρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η καλλιέργεια του πνεύματος, η παιδεία αλλά και η συνολική πνευματική παράδοση και δημιουργία ενός κοινωνικού συνόλου ή μιας κοινωνικής ομάδας Βικιλεξικό
    • αξιοπρόσεκτη είναι η συμμετοχή της κουλτούρας των μειονοτικών πληθυσμών στο γενικότερο πολιτισμό μιας χώρας
  2. υποτιμητικά, η έννοια της σοβαροφάνειας και ενδεχομένως η επίδειξη σε θέματα διανόησης Βικιλεξικό
    • ε, δε γίνεται να μη στρέψει το ζήτημα ξανά εκεί που θέλει, για να μας δείξει ότι δήθεν έχει κουλτούρα

Ετυμολογία

κουλτούρα < γερμανική Kultur < λατινική cultura < colo (καλλιεργώ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουλτούρακουλτούρες
Γενικήκουλτούραςκουλτουρών
Αιτιατικήκουλτούρακουλτούρες
Κλητικήκουλτούρακουλτούρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →