κουμάρι
•
- τυχερό παιχίδι, π.χ. ζάρια Βικιλεξικό
- πήλινο δοχείο για το σερβίρισμα του νερού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουμάρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kumar < αραβική قمار (kumār)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουμάρι | κουμάρια |
| Γενική | κουμαριού | κουμαριών |
| Αιτιατική | κουμάρι | κουμάρια |
| Κλητική | κουμάρι | κουμάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →