κουπάκι
•
- πλαστικό ή χάρτινο κεσεδάκι στο οποίο βάζουμε γιαούρτι, παγωτό κ.τ.ό. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουπάκι < κούπα + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουπάκι | κουπάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | κουπάκι | κουπάκια |
| Κλητική | κουπάκι | κουπάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →