κούπα
•
- κύπελλο ή πολύ μεγάλο φλιτζάνι με ή χωρίς λαβή Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάη ποσότητα υγρού που χωράει σε μια κούπα Βικιλεξικό
- Κάθε μέρα, πίνω τρεις κούπες καφέ.
- χαρτοπαίγνιοοικογένεια χαρτιών της τράπουλας που φέρουν ως σήμα μια κόκκινη καρδιά Βικιλεξικό
- προφορικότο κύπελλο που κερδίζει μια ομάδα σε αθλητική διοργάνωση Βικιλεξικό
- ιδιωματικάστην Κρήτη, το ποτήρι με κρασί που πίνεται μονορούφι ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- ιδιωματικάέδεσμα της Κύπρου και του Λεβάντε Βικιλεξικό
- ιδιωματικάμισόκλειστο, κουφωτό παράθυρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κούπα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κοῦπα < ελληνιστική κοινή κοῦπα < λατινική cupa
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κούπα | κούπες |
| Γενική | κούπας | — |
| Αιτιατική | κούπα | κούπες |
| Κλητική | κούπα | κούπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →