κουράδα
•
- χυδαίοτο στερεό και σχηματισμένο σκατό Βικιλεξικό
- Πάλι κουράδα πάτησα!
- χυδαίοαντιπαθητικός άνθρωπος Βικιλεξικό
- Σκάσε ρε κουράδα!
Ετυμολογία
κουράδα < κουράδ(ι) + μεγεθυντικό επίθημα -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουράδα | κουράδες |
| Γενική | κουράδας | — |
| Αιτιατική | κουράδα | κουράδες |
| Κλητική | κουράδα | κουράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →