κουρέλι
•
- κομμάτι ύφασμα που είναι πολύ παλιό και πολύ φθαρμένο Βικιλεξικό
- μεταφορικάκακό ή παλιό ρούχο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαντικείμενο από χαρτί που είναι σκισμένο και λερωμένο Βικιλεξικό
- μεταφορικάχαρακτηρισμός ανθρώπου που έχει υποστεί ηθική ή σωματική ταλαιπωρία σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουρέλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουρέλλιν με απλοποίηση της ορθογραφίας < υστερολατινική *corellium < λατινική corium (δέρμα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)ker- (κόβω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουρέλι | κουρέλια |
| Γενική | κουρελιού | κουρελιών |
| Αιτιατική | κουρέλι | κουρέλια |
| Κλητική | κουρέλι | κουρέλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →