Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουρέλι

/kuˈɾe.li/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κομμάτι ύφασμα που είναι πολύ παλιό και πολύ φθαρμένο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάκακό ή παλιό ρούχο Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηαντικείμενο από χαρτί που είναι σκισμένο και λερωμένο Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάχαρακτηρισμός ανθρώπου που έχει υποστεί ηθική ή σωματική ταλαιπωρία σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουρέλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουρέλλιν με απλοποίηση της ορθογραφίας < υστερολατινική *corellium < λατινική corium (δέρμα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)ker- (κόβω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουρέλικουρέλια
Γενικήκουρελιούκουρελιών
Αιτιατικήκουρέλικουρέλια
Κλητικήκουρέλικουρέλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →