ράκος
•
- λόγιοτο κουρέλι Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια άνθρωπο εξουθενωμένο από κούραση ή οδύνη Βικιλεξικό
- Γυρίζει από τη δουλειά το βράδυ σωστό ράκος.
Ετυμολογία
ράκος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥάκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ράκος | ράκη |
| Γενική | ράκους | ρακών |
| Αιτιατική | ράκος | ράκη |
| Κλητική | ράκος | ράκη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →