Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουραστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κουράζει, που προκαλεί κόπωση Βικιλεξικό
    • Και επειδή όντως αυτή η εβδομάδα, ήταν πολύ κουραστική για όλους μας, σας έχω μια απολαυστική έκπληξη!» είπε με στόμφο ο Φοίβος. «Τι έκπληξη, αγάπη μας;» ρώτησαν και οι δύο απορημένες, με μία φωνή. «Εάν σας την πω, τι έκπληξη θα είναι;» διευκρίνισε χαμογελώντας ο Φοίβος! (Γιώργος Ντόβας, Μαγικό Βουνό, 2024)
  2. κατ’ επέκτασηβαρετός, ανιαρός, πληκτικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουραστικός < κουράζω, κουρασ- + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουραστικόςκουραστικήκουραστικό
Γενικήκουραστικούκουραστικήςκουραστικού
Αιτιατικήκουραστικόκουραστικήκουραστικό
Κλητικήκουραστικέκουραστικήκουραστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουραστικοίκουραστικέςκουραστικά
Γενικήκουραστικώνκουραστικώνκουραστικών
Αιτιατικήκουραστικούςκουραστικέςκουραστικά
Κλητικήκουραστικοίκουραστικέςκουραστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →