κουρελιάζω
•
- μετατρέπω κάτι σε κουρέλι Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηφθείρω κάτι, το καταξεσκίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαταρρακώνω κάποιον, τον εξευτελίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουρελιάζω < κουρέλι + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κουρελιάζω | κουρελιάζεις | κουρελιάζει | κουρελιάζουμε | κουρελιάζετε | κουρελιάζουν / κουρελιάζουνε |
| Παρατατικός | κουρέλιαζα | κουρέλιαζες | κουρέλιαζε | κουρελιάζαμε | κουρελιάζατε | κουρέλιαζαν / κουρελιάζαν / κουρελιάζανε |
| Αόριστος | κουρέλιασα | κουρέλιασες | κουρέλιασε | κουρελιάσαμε | κουρελιάσατε | κουρέλιασαν / κουρελιάσαν / κουρελιάσανε |
| Μέλλοντας | θα κουρελιάζω / θα κουρελιάσω | θα κουρελιάζεις / θα κουρελιάσεις | θα κουρελιάζει / θα κουρελιάσει | θα κουρελιάζουμε / θα κουρελιάσουμε | θα κουρελιάζετε / θα κουρελιάσετε | θα κουρελιάζουν / θα κουρελιάζουνε / θα κουρελιάσουν / θα κουρελιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κουρελιάσει | έχεις κουρελιάσει | έχει κουρελιάσει | έχουμε κουρελιάσει | έχετε κουρελιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κουρελιάσει | είχες κουρελιάσει | είχε κουρελιάσει | είχαμε κουρελιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κουρελιάσει / να κουρελιάζω / να κουρελιάσω | να έχεις κουρελιάσει / να κουρελιάζεις / να κουρελιάσεις | να έχει κουρελιάσει / να κουρελιάζει / να κουρελιάσει | να έχουμε κουρελιάσει / να κουρελιάζουμε / να κουρελιάσουμε | να έχετε κουρελιάσει / να κουρελιάζετε / να κουρελιάσετε | να κουρελιάζουν / να κουρελιάζουνε / να κουρελιάσουν / να κουρελιάσουνε |
| Προστακτική | — | κουρέλιαζε / κουρέλιασε | — | — | κουρελιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κουρελιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →