Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουρελιάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κουρελιάρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουρελιάρης < κουρέλ(ι) + -ιάρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουρελιάρα / κουρελιάρης / κουρελιάρικοκουρελιάρες / κουρελιάρηδες / κουρελιάρικα
Γενικήκουρελιάρας / κουρελιάρη / κουρελιάρικουκουρελιάρηδων / κουρελιάρικων
Αιτιατικήκουρελιάρα / κουρελιάρη / κουρελιάρικοκουρελιάρες / κουρελιάρηδες / κουρελιάρικα
Κλητικήκουρελιάρα / κουρελιάρη / κουρελιάρικοκουρελιάρες / κουρελιάρηδες / κουρελιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κουρελιάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ντυμένος με κουρέλια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουρελιάρης < κουρέλ(ι) + -ιάρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουρελιάρηςκουρελιάρακουρελιάρικο
Γενικήκουρελιάρηκουρελιάραςκουρελιάρικου
Αιτιατικήκουρελιάρηκουρελιάρακουρελιάρικο
Κλητικήκουρελιάρηκουρελιάρακουρελιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουρελιάρηδεςκουρελιάρεςκουρελιάρικα
Γενικήκουρελιάρηδων—κουρελιάρικων
Αιτιατικήκουρελιάρηδεςκουρελιάρεςκουρελιάρικα
Κλητικήκουρελιάρηδεςκουρελιάρεςκουρελιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →