κουρελιάρης
•
- κουρελιάρης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουρελιάρης < κουρέλ(ι) + -ιάρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουρελιάρα / κουρελιάρης / κουρελιάρικο | κουρελιάρες / κουρελιάρηδες / κουρελιάρικα |
| Γενική | κουρελιάρας / κουρελιάρη / κουρελιάρικου | κουρελιάρηδων / κουρελιάρικων |
| Αιτιατική | κουρελιάρα / κουρελιάρη / κουρελιάρικο | κουρελιάρες / κουρελιάρηδες / κουρελιάρικα |
| Κλητική | κουρελιάρα / κουρελιάρη / κουρελιάρικο | κουρελιάρες / κουρελιάρηδες / κουρελιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →