Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουρελού

/ku.ɾeˈlu/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκό του κουρελής Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάθηλυκό του κουρελής Βικιλεξικό
  3. ύφασμαείδος υφαντού χαλιού, μικρού μεγέθους, που συνθέτεται από κομμάτια διαφόρων υφασμάτων ή περίσσεια νημάτων (ή παλαιότερα από κουρέλια) Βικιλεξικό
    • 20ός/21ος αιώνας, Νίκος Κούνδουρος, Ονειρεύτηκα πως πέθανα, εκδόσεις: Ίκαρος, Αθήνα 2009, ISBN 9789608399945 @google.gr/books

Ετυμολογία

κουρελού < κουρελ(ής) + κατάληξη θηλυκού -ού

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουρελούκουρελούδες
Γενικήκουρελούςκουρελούδων
Αιτιατικήκουρελούκουρελούδες
Κλητικήκουρελούκουρελούδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →