Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουρνιάζω

ρήμα
•
  1. για πουλιάμαζεύομαι γύρω από τον εαυτό μου, σε κάποιο σημείο, για να κοιμηθώ Βικιλεξικό
    • το βράδυ, το αρσενικό κουρνιάζει σε ένα κλαρί, έξω από τη φωλιά του, ενώ το θηλυκό μένει μέσα και συνεχίζει να κλώθει τα αβγά
    • Δε μιλούσε κανείς. Ο Ματίας κούρνιαζε κάτω από το κουβούκλιο κυριευμένος από μια εσωτερική, ακαταστάλακτη ταραχή. Ο κύρης του έδειχνε απρόβλεπτος, κανείς δεν μπορούσε να είναι βέβαιος πού θα τους έσερνε εκείνο το βράδυ στο μεθύσι του. (Ισίδωρος Ζουργός, Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, εκδ. Πατάκη, 2016)
  2. αποτραβιέμαι κάπου ήσυχα (για να κοιμηθώ), απομονώνομαι (για να ησυχάσω) Βικιλεξικό
    • Σταλιά σταλιά κι αχόρταγα τα πίνω τα φιλιά σου, / κουρνιάζω σαν αδύνατο πουλί στην αγκαλιά σου. (Από τραγούδι του Γιώργου Ζαμπέτα σε στίχους Διονύση Τζεφρώνη)

Ετυμολογία

κουρνιάζω < κούρνια + -άζω (δεν υπάρχει ετυμολογική σχέση με το ουσιαστικό κουρνιαχτός)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκουρνιάζωκουρνιάζειςκουρνιάζεικουρνιάζουμεκουρνιάζετεκουρνιάζουν / κουρνιάζουνε
Παρατατικόςκούρνιαζακούρνιαζεςκούρνιαζεκουρνιάζαμεκουρνιάζατεκουρνιάζαν / κουρνιάζανε / κούρνιαζαν
Αόριστοςκούρνιασακούρνιασεςκούρνιασεκουρνιάσαμεκουρνιάσατεκουρνιάσαν / κουρνιάσανε / κούρνιασαν
Μέλλονταςθα κουρνιάζω / θα κουρνιάσωθα κουρνιάζεις / θα κουρνιάσειςθα κουρνιάζει / θα κουρνιάσειθα κουρνιάζουμε / θα κουρνιάσουμεθα κουρνιάζετε / θα κουρνιάσετεθα κουρνιάζουν / θα κουρνιάζουνε / θα κουρνιάσουν / θα κουρνιάσουνε
Παρακείμενοςέχω κουρνιάσειέχεις κουρνιάσειέχει κουρνιάσειέχουμε κουρνιάσειέχετε κουρνιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα κουρνιάσειείχες κουρνιάσειείχε κουρνιάσειείχαμε κουρνιάσει——
Υποτακτικήνα έχω κουρνιάσει / να κουρνιάζω / να κουρνιάσωνα έχεις κουρνιάσει / να κουρνιάζεις / να κουρνιάσειςνα έχει κουρνιάσει / να κουρνιάζει / να κουρνιάσεινα έχουμε κουρνιάσει / να κουρνιάζουμε / να κουρνιάσουμενα έχετε κουρνιάσει / να κουρνιάζετε / να κουρνιάσετενα κουρνιάζουν / να κουρνιάζουνε / να κουρνιάσουν / να κουρνιάσουνε
Προστακτική—κούρνιαζε / κούρνιασε——κουρνιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

κουρνιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →