Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κούρνια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ράβδος πάνω στην οποία κουρνιάζουν πουλιά (κότες κ.λπ.) Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκοτέτσι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κούρνια < παλαιοσλαβικής προέλευσης kurnija (δεν υπάρχει ετυμολογική σχέση με το ουσιαστικό κουρνιαχτός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκούρνιακούρνιες
Γενικήκούρνιας—
Αιτιατικήκούρνιακούρνιες
Κλητικήκούρνιακούρνιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →