κούρνια
•
- ράβδος πάνω στην οποία κουρνιάζουν πουλιά (κότες κ.λπ.) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκοτέτσι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κούρνια < παλαιοσλαβικής προέλευσης kurnija (δεν υπάρχει ετυμολογική σχέση με το ουσιαστικό κουρνιαχτός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κούρνια | κούρνιες |
| Γενική | κούρνιας | — |
| Αιτιατική | κούρνια | κούρνιες |
| Κλητική | κούρνια | κούρνιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →