κουρτίνα
•
- κομμάτι από ύφασμα, συνήθως κατάλληλα ραμμένο, που χρησιμοποιείται για να μειώσει το φως του ήλιου ή την ορατότητα ή να καλύψει ένα άνοιγμα Βικιλεξικό
- ναυτικός όρος^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- ναυτικός όρος^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- ναυτικός όρος^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουρτίνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουρτίνα / κορτίνα < μεσαιωνική λατινική cortina
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουρτίνα | κουρτίνες |
| Γενική | κουρτίνας | κουρτινών |
| Αιτιατική | κουρτίνα | κουρτίνες |
| Κλητική | κουρτίνα | κουρτίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →