κουσέλι
•
- ιδιωματικόκακολογία, κακογλωσσιά Βικιλεξικό
- ιδιωματικόκουτσομπολιό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουσέλι < μεσαιωνική ελληνική κουσέλιο < κονσίλιον < ιταλική consiglio < λατινική consilium < consulo < con- + πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sal- (αρπάζω, παίρνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουσέλι | κουσέλια |
| Γενική | κουσελιού | κουσελιών |
| Αιτιατική | κουσέλι | κουσέλια |
| Κλητική | κουσέλι | κουσέλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →