κουσελιάρης
•
- ιδιωματικόκουτσομπόλης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουσελιάρης < κουσέλ(ι) + -ιάρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουσελιάρης | κουσελιάρηδες |
| Γενική | κουσελιάρη | κουσελιάρηδων |
| Αιτιατική | κουσελιάρη | κουσελιάρηδες |
| Κλητική | κουσελιάρη | κουσελιάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →