Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουσελιάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόκουτσομπόλης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουσελιάρης < κουσέλ(ι) + -ιάρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουσελιάρηςκουσελιάρηδες
Γενικήκουσελιάρηκουσελιάρηδων
Αιτιατικήκουσελιάρηκουσελιάρηδες
Κλητικήκουσελιάρηκουσελιάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κουσελιάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόκουτσομπόλικος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουσελιάρης < κουσέλ(ι) + -ιάρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουσελιάρης / κουσελιάρηςκουσελιάρης / κουσελιάρακουσελιάρης / κουσελιάρικο
Γενικήκουσελιάρηκουσελιάρηκουσελιάρη
Αιτιατικήκουσελιάρηκουσελιάρηκουσελιάρη
Κλητικήκουσελιάρηκουσελιάρηκουσελιάρη

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουσελιάρηδεςκουσελιάρηδεςκουσελιάρηδες
Γενικήκουσελιάρηδωνκουσελιάρηδωνκουσελιάρηδων
Αιτιατικήκουσελιάρηδεςκουσελιάρηδεςκουσελιάρηδες
Κλητικήκουσελιάρηδεςκουσελιάρηδεςκουσελιάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →