κουτουπώνω
•
- λαϊκότροποαρπάζω (απ' τα μαλλιά), πιάνω Βικιλεξικό
- λαϊκότροποορμάω με σεξουαλικές διαθέσεις (για άνδρα) Βικιλεξικό
- λαϊκότροποπροβαίνω σε επιθετικές ερωτικές περιπτύξεις επιχειρώντας συνουσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουτουπώνω < τουρκική kutu (αργκό: γυναικείος κόλπος) < νέα ελληνικά κουτί (αντιδάνειο) < μεσαιωνική ελληνική κυτίον < αρχαία ελληνική κύτος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κουτουπώνω | κουτουπώνεις | κουτουπώνει | κουτουπώνουμε | κουτουπώνετε | κουτουπώνουν / κουτουπώνουνε |
| Παρατατικός | κουτούπωνα | κουτούπωνες | κουτούπωνε | κουτουπώναμε | κουτουπώνατε | κουτουπώναν / κουτουπώνανε / κουτούπωναν |
| Αόριστος | κουτούπωσα | κουτούπωσες | κουτούπωσε | κουτουπώσαμε | κουτουπώσατε | κουτουπώσαν / κουτουπώσανε / κουτούπωσαν |
| Μέλλοντας | θα κουτουπώνω / θα κουτουπώσω | θα κουτουπώνεις / θα κουτουπώσεις | θα κουτουπώνει / θα κουτουπώσει | θα κουτουπώνουμε / θα κουτουπώσουμε | θα κουτουπώνετε / θα κουτουπώσετε | θα κουτουπώνουν / θα κουτουπώνουνε / θα κουτουπώσουν / θα κουτουπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κουτουπώσει | έχεις κουτουπώσει | έχει κουτουπώσει | έχουμε κουτουπώσει | έχετε κουτουπώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κουτουπώσει | είχες κουτουπώσει | είχε κουτουπώσει | είχαμε κουτουπώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κουτουπώσει / να κουτουπώνω / να κουτουπώσω | να έχεις κουτουπώσει / να κουτουπώνεις / να κουτουπώσεις | να έχει κουτουπώσει / να κουτουπώνει / να κουτουπώσει | να έχουμε κουτουπώσει / να κουτουπώνουμε / να κουτουπώσουμε | να έχετε κουτουπώσει / να κουτουπώνετε / να κουτουπώσετε | να κουτουπώνουν / να κουτουπώνουνε / να κουτουπώσουν / να κουτουπώσουνε |
| Προστακτική | — | κουτούπωνε / κουτούπωσε | — | — | κουτουπώνετε / κουτουπώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →