κουτσουμπός
•
- δημοτικήπου του λείπει η κορυφή Βικιλεξικό
- κουτσουμπό κυπαρίσσι
- δημοτικήπου του λείπει η άκρη (είτε η κορυφή, είτε το τέλος) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουτσουμπός < ίσως ελληνιστική κοινή κόσυμβος (ουσιαστικό: κρόσσι, είδος πόρπης, ή είδος ρούχου) < αρχαία ελληνική κοσύμβη, → δείτε και τις λέξεις κρωβύλος και ἐγκόμβωμα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κουτσουμπός | κουτσουμπή | κουτσουμπό |
| Γενική | κουτσουμπού | κουτσουμπής | κουτσουμπού |
| Αιτιατική | κουτσουμπό | κουτσουμπή | κουτσουμπό |
| Κλητική | κουτσουμπέ | κουτσουμπή | κουτσουμπό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κουτσουμποί | κουτσουμπές | κουτσουμπά |
| Γενική | κουτσουμπών | κουτσουμπών | κουτσουμπών |
| Αιτιατική | κουτσουμπούς | κουτσουμπές | κουτσουμπά |
| Κλητική | κουτσουμποί | κουτσουμπές | κουτσουμπά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →