κουτσό
•
- παιδικό παιχνίδι κατά το οποίο οι παίκτες προχωρούν πηδώντας (συνήθως σε κάποιον ειδικό διάδρομο ζωγραφισμένο στο έδαφος) μόνο με το ένα πόδι και κρατώντας το άλλο ανασηκωμένο Βικιλεξικό
- Έξω στις αλάνες παίζαμε με τα γειτονόπουλα την τυφλόμυγα, τη μακριά γαϊδούρα, το κουτσό ή τα πεντόβολα. (Γιάννης Καιροφύλας, Αναμνήσεις ενός Αθηναίου)
Ετυμολογία
κουτσό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου κουτσός < μεσαιωνική ελληνική κουτσός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουτσό | — |
| Γενική | κουτσού | — |
| Αιτιατική | κουτσό | — |
| Κλητική | κουτσό | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →