κουτσός
•
- για έμβιο ονπου έχει κάποιο πρόβλημα ή αναπηρία στο πόδι ή στα πόδια του Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου του λείπει κάποιο πόδι ή είναι κοντύτερο Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτο κουτσό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουτσός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουτσός < υστερολατινική coxus (χωλός, κουτσός) < λατινική coxa (ισχίο, γοφός, μηρός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *koḱs-
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κουτσός | κουτσή | κουτσό |
| Γενική | κουτσού | κουτσής | κουτσού |
| Αιτιατική | κουτσό | κουτσή | κουτσό |
| Κλητική | κουτσέ | κουτσή | κουτσό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κουτσοί | κουτσές | κουτσά |
| Γενική | κουτσών | κουτσών | κουτσών |
| Αιτιατική | κουτσούς | κουτσές | κουτσά |
| Κλητική | κουτσοί | κουτσές | κουτσά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →