κουτός
•
- για άνθρωποπου έχει χαμηλή νοημοσύνη, που δεν είναι έξυπνος Βικιλεξικό
- σε οικείο τόνοπου δεν καταλαβαίνει κάτι συγκεκριμένο για το οποίο γίνεται λόγος Βικιλεξικό
- βρε κουτέ, δεν καταλαβαίνεις ότι αυτά στα κάνει για να την προσέξεις;
- Για να μάθει το πρόσωπο, άρα και όλη η οικουμένη, τα σχετικά σας. Πως κάποιος νοιάζεται τα Φοιβάκια, όχι σαν τώρα με τον τοίχο τον ονλάιν, μα αφού σου το 'πα βρε κουτό. Που δεν σου το 'πα, αλλά σου το έστειλα καρδιά στο ταϊμλάιν. Εμότικον και κλάιν μάιν. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ Σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- για ενέργειες ή λόγιαπου δείχνει κουταμάρα Βικιλεξικό
- αυτό που έκανες ήταν πολύ κουτό
Ετυμολογία
κουτός < κουτόμυαλος < κοττόμυαλος (που έχει μυαλό κότας) < αρχαία ελληνική κόττος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κουτός | κουτή | κουτό |
| Γενική | κουτού | κουτής | κουτού |
| Αιτιατική | κουτό | κουτή | κουτό |
| Κλητική | κουτέ | κουτή | κουτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κουτοί | κουτές | κουτά |
| Γενική | κουτών | κουτών | κουτών |
| Αιτιατική | κουτούς | κουτές | κουτά |
| Κλητική | κουτοί | κουτές | κουτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →