Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουφέτο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γλυκότο μικρό ζαχαρωτό, συνήθως ωοειδούς σχήματος, που αποτελείται από ένα αμύγδαλο ή σοκολάτα με επικάλυψη από σκληρό στρώμα ζάχαρης και που προσφέρεται στους γάμους και στα βαφτίσια Βικιλεξικό
    • Δεν είχανε όμως δαχτυλίδια και για τούτο, συνέχισε η αδερφή του Καλλίνικου, έδωσε ο κουμπάρος τη δική του βέρα στον γαμπρό. Η νύφη έκανε δική της βέρα, προκειμένου να στεφανωθεί, ένα χρυσό δαχτυλιδάκι που είχε στο δάχτυλό της. Ούτε και κουφέτα είχανε. Βρέθηκε όμως στο μοναστήρι ρύζι και τους ρίξανε μπόλικο για τα καλορίζικα. (Ρέα Γαλανάκη, Αμίλητα, βαθιά νερά: η απαγωγή της Τασούλας : μυθιστορηματικό Χρονικό, εκδόσεις Καστανιώτη, 2006, σελ. 194)
  2. μεταφορικάτα πολύ άσπρα ή πολύ καθαρά ρούχα Βικιλεξικό
    • Σαν κουφέτα έγιναν τα σεντόνια.
  3. μεταφορικάκάτι πολύ όμορφο, τρυφερούτσικο (συνήθως λέγεται για μικρό παιδί: κουφετάκι) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουφέτο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουφέτο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουφέτοκουφέτα
Γενικήκουφέτουκουφέτων
Αιτιατικήκουφέτοκουφέτα
Κλητικήκουφέτοκουφέτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →