κουφαίνω
•
- κάνω κάποιον κουφό προσωρινά ή μόνιμα Βικιλεξικό
- κάνω κάποιον να ακούει ήχο υψηλής έντασης, που θα μπορούσε να τον κάνει κουφό Βικιλεξικό
- θα μας κουφάνει πάλι ο γείτονας με τη μουσική του!
- αργκόαφήνω εμβρόντητο κάποιον, προκαλώ αμηχανία Βικιλεξικό
- τον κούφανε με όσα του έλεγε
- προκαλώ κώφωση Βικιλεξικό
- τα ντεσιμπέλ που παράγει αυτή η συσκευή μπορεί να κουφάνουν
Ετυμολογία
κουφαίνω < κουφός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →