Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουφαίνω

/kuˈfe.no/ρήμα
•
  1. κάνω κάποιον κουφό προσωρινά ή μόνιμα Βικιλεξικό
  2. κάνω κάποιον να ακούει ήχο υψηλής έντασης, που θα μπορούσε να τον κάνει κουφό Βικιλεξικό
    • θα μας κουφάνει πάλι ο γείτονας με τη μουσική του!
  3. αργκόαφήνω εμβρόντητο κάποιον, προκαλώ αμηχανία Βικιλεξικό
    • τον κούφανε με όσα του έλεγε
  4. προκαλώ κώφωση Βικιλεξικό
    • τα ντεσιμπέλ που παράγει αυτή η συσκευή μπορεί να κουφάνουν

Ετυμολογία

κουφαίνω < κουφός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →