Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κούφος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςανόητος, ελαφρός, χωρίς σοβαρότητα, επιπόλαιος Βικιλεξικό
    • Ένας άξιος μαραγκός που κατέχει καλά τη δουλειά του και πιστεύει σ’ αυτήν είναι πολύ πιο ολοκληρωμένος και αξιοσέβαστος άνθρωπος από έναν κούφο πρύτανη ή έναν κακό πρωθυπουργό. (Γιώργος Θεοτοκάς, Στοχασμοί και θέσεις, τ. Β’, 1950-1966, εκδ. Εστία)

Ετυμολογία

κούφος < αρχαία ελληνική κοῦφος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκούφοςκούφηκούφο
Γενικήκούφουκούφηςκούφου
Αιτιατικήκούφοκούφηκούφο
Κλητικήκούφεκούφηκούφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκούφοικούφεςκούφα
Γενικήκούφωνκούφωνκούφων
Αιτιατικήκούφουςκούφεςκούφα
Κλητικήκούφοικούφεςκούφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κουφός

/kuˈfos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. εκείνος που έχει χάσει την ακοή του Βικιλεξικό
    • Η μάνα μου την κανάκευε και σβουριζόταν τριγύρω της να της φτιάξει τίλιο. Της φώναζε δυνατά στ' αυτί, αλλά κουφή δεν ήταν. « Θες τίλιο, βάβα Ελενίτσα; Τίλιο λέω, θες;» Η γριά τής έκανε ένα νόημα με το χέρι. «Σάξε ένα τίλιο» μόνο και μόνο για να την ξεφορτωθεί (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)
  2. το ουδέτερο ως ουσ: Το κουφό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουφός < αρχαία ελληνική κωφός < κόπτω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουφόςκουφήκουφό
Γενικήκουφούκουφήςκουφού
Αιτιατικήκουφόκουφήκουφό
Κλητικήκουφέκουφήκουφό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουφοίκουφέςκουφά
Γενικήκουφώνκουφώνκουφών
Αιτιατικήκουφούςκουφέςκουφά
Κλητικήκουφοίκουφέςκουφά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →