κουφοβράζω
•
- κρύβω μέσα μου έντονα συναισθήματα και ετοιμάζομαι να εκραγώ Βικιλεξικό
- για τον καιρόεπικρατούν καιρικές συνθήκες κουφόβρασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουφοβράζω < κουφο- + βράζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κουφοβράζω | κουφοβράζεις | κουφοβράζει | κουφοβράζουμε | κουφοβράζετε | κουφοβράζουν / κουφοβράζουνε |
| Παρατατικός | κουφόβραζα | κουφόβραζες | κουφόβραζε | κουφοβράζαμε | κουφοβράζατε | κουφοβράζαν / κουφοβράζανε / κουφόβραζαν |
| Αόριστος | κουφόβρασα | κουφόβρασες | κουφόβρασε | κουφοβράσαμε | κουφοβράσατε | κουφοβράσαν / κουφοβράσανε / κουφόβρασαν |
| Μέλλοντας | θα κουφοβράζω / θα κουφοβράσω | θα κουφοβράζεις / θα κουφοβράσεις | θα κουφοβράζει / θα κουφοβράσει | θα κουφοβράζουμε / θα κουφοβράσουμε | θα κουφοβράζετε / θα κουφοβράσετε | θα κουφοβράζουν / θα κουφοβράζουνε / θα κουφοβράσουν / θα κουφοβράσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κουφοβράσει | έχεις κουφοβράσει | έχει κουφοβράσει | έχουμε κουφοβράσει | έχετε κουφοβράσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κουφοβράσει | είχες κουφοβράσει | είχε κουφοβράσει | είχαμε κουφοβράσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κουφοβράσει / να κουφοβράζω / να κουφοβράσω | να έχεις κουφοβράσει / να κουφοβράζεις / να κουφοβράσεις | να έχει κουφοβράσει / να κουφοβράζει / να κουφοβράσει | να έχουμε κουφοβράσει / να κουφοβράζουμε / να κουφοβράσουμε | να έχετε κουφοβράσει / να κουφοβράζετε / να κουφοβράσετε | να κουφοβράζουν / να κουφοβράζουνε / να κουφοβράσουν / να κουφοβράσουνε |
| Προστακτική | — | κουφόβραζε / κουφόβρασε | — | — | κουφοβράζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κουφοβράστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →