κοφινιάζω
•
- βάζω σε κοφίνια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοφινιάζω < κοφίνι + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοφινιάζω | κοφινιάζεις | κοφινιάζει | κοφινιάζουμε | κοφινιάζετε | κοφινιάζουν / κοφινιάζουνε |
| Παρατατικός | κοφίνιαζα | κοφίνιαζες | κοφίνιαζε | κοφινιάζαμε | κοφινιάζατε | κοφίνιαζαν / κοφινιάζαν / κοφινιάζανε |
| Αόριστος | κοφίνιασα | κοφίνιασες | κοφίνιασε | κοφινιάσαμε | κοφινιάσατε | κοφίνιασαν / κοφινιάσαν / κοφινιάσανε |
| Μέλλοντας | θα κοφινιάζω / θα κοφινιάσω | θα κοφινιάζεις / θα κοφινιάσεις | θα κοφινιάζει / θα κοφινιάσει | θα κοφινιάζουμε / θα κοφινιάσουμε | θα κοφινιάζετε / θα κοφινιάσετε | θα κοφινιάζουν / θα κοφινιάζουνε / θα κοφινιάσουν / θα κοφινιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοφινιάσει | έχεις κοφινιάσει | έχει κοφινιάσει | έχουμε κοφινιάσει | έχετε κοφινιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοφινιάσει | είχες κοφινιάσει | είχε κοφινιάσει | είχαμε κοφινιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοφινιάσει / να κοφινιάζω / να κοφινιάσω | να έχεις κοφινιάσει / να κοφινιάζεις / να κοφινιάσεις | να έχει κοφινιάσει / να κοφινιάζει / να κοφινιάσει | να έχουμε κοφινιάσει / να κοφινιάζουμε / να κοφινιάσουμε | να έχετε κοφινιάσει / να κοφινιάζετε / να κοφινιάσετε | να κοφινιάζουν / να κοφινιάζουνε / να κοφινιάσουν / να κοφινιάσουνε |
| Προστακτική | — | κοφίνιαζε / κοφίνιασε | — | — | κοφινιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κοφινιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →