κοφίνι
•
- το μεγάλο καλάθι Βικιλεξικό
- Πήρε λοιπόν κοφίνια και με μερικούς στρατιώτες, γύρισε τους λόγγους και τους κάμπους, και μάζεψε από τις δεντροκουφάλες και τους βράχους όσες μελισσοφωλιές βρήκε, κι έφερε κι έστησε τα κοφίνια του στην είσοδο του δάσους. (Πηνελόπη Δέλτα, Παραμύθι χωρίς όνομα, Κεφάλαιο ΙΖ: Δουλειά, 1910)
- Ο ίδιος ο Στάθης έπαιρνε τα κοφίνια παραμάσκαλα όταν είταν γιομάτα, τα 'φερνε στ' αλώνι κ' εσώριαζε το γέννημα στη στίβα. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η Παντρειά της Σταλαχτής, Ο Νουμάς, αρ. 167, 9 Οχτώβρη 1905, σσ. 2-12)
Ετυμολογία
κοφίνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κοφίνι(ν) < ελληνιστική κοινή κοφίνιον, υποκοριστικό τού αρχαία ελληνική κόφινος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοφίνι | κοφίνια |
| Γενική | κοφινιού | κοφινιών |
| Αιτιατική | κοφίνι | κοφίνια |
| Κλητική | κοφίνι | κοφίνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →