Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κούμουλος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοσωρός Βικιλεξικό
  2. μετεωρολογίασωρείτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κούμουλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κούμουλος < λατινική cumulus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ku-m-olo < *ḱewh₁- (φουσκώνω, διογκώνω) (πβ. αρχαία ελληνική κῦμα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκούμουλοςκούμουλοι
Γενικήκούμουλουκούμουλων
Αιτιατικήκούμουλοκούμουλους
Κλητικήκούμουλεκούμουλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κούμουλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένογεμάτος, πλήρης, ξέχειλος Βικιλεξικό
    • ένα κοφίνι κούμουλο σταφύλια

Ετυμολογία

κούμουλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κούμουλος < λατινική cumulus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ku-m-olo < *ḱewh₁- (φουσκώνω, διογκώνω) (πβ. αρχαία ελληνική κῦμα)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκούμουλος / κούμουλοςκούμουλος / κούμουληκούμουλος / κούμουλο
Γενικήκούμουλουκούμουλουκούμουλου
Αιτιατικήκούμουλοκούμουλοκούμουλο
Κλητικήκούμουλεκούμουλεκούμουλε

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκούμουλοικούμουλοικούμουλοι
Γενικήκούμουλωνκούμουλωνκούμουλων
Αιτιατικήκούμουλουςκούμουλουςκούμουλους
Κλητικήκούμουλοικούμουλοικούμουλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →