κούνια
•
- κάθισμα που κρέμεται από ψηλό σημείο (κλαδιά δέντρου, μεταλλική οριζόντια δοκό κ.λπ.) και αιωρείται / λικνίζεται Βικιλεξικό
- στον πληθυντικόκούνιες: (συνεκδοχικά) η παιδική χαρά Βικιλεξικό
- πήγα το παιδί βόλτα στις κούνιες
- Οἱ κούνιες ἀνεβοκατέβαιναν, οἱ τζαμπάζηδες περπατοῦσαν πάνω στὰ σκοινιά, οἱ παλιάτσοι ἔκαμναν τ' ἀστεῖα τους, οἱ μουχαλαμπιτζήδες διαλαλοῦσαν τὸ μαλεμπί τους καὶ οἱ σεκερτζήδες τὰ σεκέρια τους (Αρχείον του Θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, 1936, σελ. 32)
- το κρεβατάκι ενός μωρού, ενίοτε με ειδική βάση για να λικνίζεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κούνια < μεσαιωνική ελληνική κούνια < ελληνιστική κοινή κοῦνα < λατινική cunae < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱoy-no- < *ḱey- (ξαπλώνω, κεῖμαι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κούνια | κούνιες |
| Γενική | κούνιας | — |
| Αιτιατική | κούνια | κούνιες |
| Κλητική | κούνια | κούνιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →