πολύ
•
- σε μεγάλο βαθμό, όχι λίγο Βικιλεξικό
- Τρώει πολύ, γι᾿ αυτό έχει παχύνει έτσι.
- Δε σε βλέπω πολύ καλά.
- Σ᾿αγαπώ πολύ.
- πριν από επίθετα μετοχές ή επιρρήματαδηλώνει τον υπερθετικό βαθμό Βικιλεξικό
- πολύ καλός, πολύ όμορφη
- πολύ ευχαριστημένος
Ετυμολογία
πολύ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πολύ < ουδέτερο του επιθέτου πολύς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →