κούρβα
•
- ιδιωματικόξεδιάντροπη γυναίκα, παλιογυναίκα, πόρνη, σκρόφα, σκύλα Βικιλεξικό
- τα μάτια της ολάνοιχτα, τα πόδια της παρμένα, | και βασιλιάδων που είτανε με την Κακία και πάντα, | την κούρβα τη χυτρόχειλη και τη χαμηλοφρύδα
Ετυμολογία
κούρβα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κούρβα < σλαβικής προέλευσης курва < πρωτοσλαβική *kury < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kowr- ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κούρβα | κούρβες |
| Γενική | κούρβας | — |
| Αιτιατική | κούρβα | κούρβες |
| Κλητική | κούρβα | κούρβες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →