κούτρα
•
- το κούτελο Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Θ΄ στίχ. 46 (45-46) αρχική έκδοση: 1938
- μεταφορικάτο κεφάλι, το μυαλό Βικιλεξικό
- 20ός αιώνας, ⌘ Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα Χώματα [μυθιστόρημα], Αθήνα 1983, εκδόσεις: Κέδρος, αρχική έκδοση: 1962 @google.gr/books
Ετυμολογία
κούτρα < μεσαιωνική ελληνική κούτρα < λατινική scutra
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κούτρα | κούτρες |
| Γενική | κούτρας | — |
| Αιτιατική | κούτρα | κούτρες |
| Κλητική | κούτρα | κούτρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →