Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κράμα

/ˈkɾa.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μεταλλουργίαένα υλικό που αποτελείται από δύο στοιχεία εκ των οποίων, το ένα είναι και μέταλλο και παρουσιάζει τις ιδιότητες αυτού του μετάλλου Βικιλεξικό
    • Ο μπρούντζος είναι κράμα χαλκού και κασσίτερου, και ήταν το πρώτο κράμα που δημιουργήθηκε, περίπου τέσσερις χιλιάδες χρόνια πριν (Ελληνικό Ινστιτούτο Ανάπτυξης Χαλκού, ανακτήθηκε στις 6/11/2021 https://web.archive.org/web/20211105223236/https://copperalliance.gr/about-copper/copper-and-its-alloys/alloys/)
  2. κατ’ επέκτασηανάμειξη διαφόρων άλλων πραγμάτων, θεωριών κ.ά. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κράμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή < αρχαία ελληνική κεράννυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱh₁erh₂-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκράμακράματα
Γενικήκράματοςκραμάτων
Αιτιατικήκράμακράματα
Κλητικήκράμακράματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →