κρίνο
•
- φυτόποώδες διακοσμητικό φυτό του γένους Lilium, με κατάλευκα και μυρωδάτα άνθη Βικιλεξικό
- Πού `σαι όμορφη Αθήνα που ανθίζανε τα κρίνα κι οι μικρές με κρινολίνα βγαίνανε στις γειτονιές.
- άλλες μορφές: κρίνος
- λουλούδιτο λουλούδι του φυτού αυτού Βικιλεξικό
- Αθήνα Αθήνα Χαρά της γης και της αυγής μικρό γαλάζιο κρίνο.
Ετυμολογία
κρίνο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κρίνον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρίνο | κρίνα |
| Γενική | κρίνου | κρίνων |
| Αιτιατική | κρίνο | κρίνα |
| Κλητική | κρίνο | κρίνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →