κρινοδάχτυλος
•
- λογοτεχνικόπου έχει δάχτυλα λευκά, λεπτά και μακριά, σαν κρίνο Βικιλεξικό
- Διονύσιος Σολωμός, Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν (1823), στίχ. 85 (83-86)
- Στὴ σκιὰ χεροπιασμένες, στὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼ κρινοδάχτυλες παρθένες ὀποῦ κάνουνε χορό.
Ετυμολογία
κρινοδάχτυλος < κρίν(ο) + -ο- + δάχτυλ(ο) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κρινοδάχτυλος | κρινοδάχτυλη | κρινοδάχτυλο |
| Γενική | κρινοδάχτυλου | κρινοδάχτυλης | κρινοδάχτυλου |
| Αιτιατική | κρινοδάχτυλο | κρινοδάχτυλη | κρινοδάχτυλο |
| Κλητική | κρινοδάχτυλε | κρινοδάχτυλη | κρινοδάχτυλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κρινοδάχτυλοι | κρινοδάχτυλες | κρινοδάχτυλα |
| Γενική | κρινοδάχτυλων | κρινοδάχτυλων | κρινοδάχτυλων |
| Αιτιατική | κρινοδάχτυλους | κρινοδάχτυλες | κρινοδάχτυλα |
| Κλητική | κρινοδάχτυλοι | κρινοδάχτυλες | κρινοδάχτυλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →