κρίση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κρίνω, η νοητική ενέργεια που οδηγεί σε μια απόφαση ή επιλογή Βικιλεξικό
- το αφήνω στην κρίση σας
- η απότομη όξυνση ενός προβλήματος Βικιλεξικό
- οικονομική κρίση
- αποχώρησε από το κόμμα, καταγγέλοντας, με σχετική δήλωσή του, τον εκ Κρήτης πολιτικό για τη δημιουργία τεχνητής κρίσης ηγεσίας, προκειμένου να αποσιωπήσει τα μεγάλα προβλήματα της παράταξης και να μετατρέψει ένα κόμμα αρχών σε προσωποπαγές κόμμα. (Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Όπως τα έζησα (1981-1993), εκδ. Πατάκη, 2018)
Ετυμολογία
κρίση < αρχαία ελληνική κρίσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρίση | κρίσεις |
| Γενική | κρίσης | κρίσεων |
| Αιτιατική | κρίση | κρίσεις |
| Κλητική | κρίση | κρίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →