Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κραδασμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κραδασμούς ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κραδασμικός < κραδασμός + -τικός < ελληνιστική κοινή κραδασμός < αρχαία ελληνική κραδαίνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκραδασμικόςκραδασμικήκραδασμικό
Γενικήκραδασμικούκραδασμικήςκραδασμικού
Αιτιατικήκραδασμικόκραδασμικήκραδασμικό
Κλητικήκραδασμικέκραδασμικήκραδασμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκραδασμικοίκραδασμικέςκραδασμικά
Γενικήκραδασμικώνκραδασμικώνκραδασμικών
Αιτιατικήκραδασμικούςκραδασμικέςκραδασμικά
Κλητικήκραδασμικοίκραδασμικέςκραδασμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →