Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κραδαίνω

/kraˈðe.no/ρήμα
•
  1. κρατάω όπλο και το κουνώ απειλητικά Βικιλεξικό
    • Κραδαίνοντας το πιστόλι, ζήτησε το πορτοφόλι του θύματος.
  2. κρατάω αντικείμενο και το κουνώ επιδεικτικά Βικιλεξικό
    • Οι οπαδοί κράδαιναν σημαίες της ομάδας.

Ετυμολογία

κραδαίνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κραδαίνω < κράδη

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκραδαίνωκραδαίνειςκραδαίνεικραδαίνουμεκραδαίνετεκραδαίνουν / κραδαίνουνε
Παρατατικόςκράδαινα / κραδαινόμουνακράδαινες / κραδαινόσουνακράδαινε / κραδαινότανεκραδαίναμεκραδαίνατε / κραδαινόσαστεκράδαιναν / κραδαίναν / κραδαίνανε / κραδαινόντουσαν
Μέλλονταςθα κραδαίνωθα κραδαίνειςθα κραδαίνειθα κραδαίνουμεθα κραδαίνετεθα κραδαίνουν / θα κραδαίνουνε
Υποτακτικήνα κραδαίνωνα κραδαίνειςνα κραδαίνεινα κραδαίνουμενα κραδαίνετενα κραδαίνουν / να κραδαίνουνε
Προστακτική—κραδαίνε / κραδαίνου——κραδαίνετε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκραδαίνομαικραδαίνεσαικραδαίνεταικραδαινόμαστεκραδαίνεστεκραδαίνονται
Παρατατικόςκραδαινόμουνκραδαινόσουνκραδαινότανκραδαινόμασταν / κραδαινόμαστεκραδαινόσαστανκραδαίνονταν
Μέλλονταςθα κραδαίνομαιθα κραδαίνεσαιθα κραδαίνεταιθα κραδαινόμαστεθα κραδαίνεστεθα κραδαίνονται
Υποτακτικήνα κραδαίνομαινα κραδαίνεσαινα κραδαίνεταινα κραδαινόμαστενα κραδαίνεστενα κραδαίνονται
Προστακτική————κραδαίνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →