κρασάρισμα
•
- αγγλισμόςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κρασάρω Βικιλεξικό
- Το μεγάλο κρασάρισμα και οι έξι δύσκολες ώρες του Ζάκερμπεργκ (Η Ναυτεμπορική, 5/10/2021 https://www.naftemporiki.gr/techscience/1157167/to-megalo-krasarisma-kai-oi-exi-dyskoles-ores-tou-zakerbergk/)
Ετυμολογία
κρασάρισμα < κρασάρω + -ισμα < κρας < (άμεσο δάνειο) αγγλική crash
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρασάρισμα | κρασαρίσματα |
| Γενική | κρασαρίσματος | κρασαρισμάτων |
| Αιτιατική | κρασάρισμα | κρασαρίσματα |
| Κλητική | κρασάρισμα | κρασαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →