κρασάρω
•
- αγγλισμόςδυσλειτουργώ ή παύω να λειτουργώ Βικιλεξικό
- Δεν μπορώ να κάνω τη δουλειά μου, αφού κρασάρει συνεχώς ο υπολογιστής μου.
- αγγλισμόςκαταρρέω, καταπίπτω, διαλύομαι, φτάνω στα όρια της αντοχής ή τα ξεπερνώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρασάρω < κρας + -άρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική crash
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κρασάρω | κρασάρεις | κρασάρει | κρασάρουμε | κρασάρετε | κρασάρουν / κρασάρουνε |
| Παρατατικός | κράσαρα | κράσαρες | κράσαρε | κρασάραμε | κρασάρατε | κράσαραν / κρασάραν / κρασάρανε |
| Αόριστος | κρασάρισα | κρασάρισες | κρασάρισε | κρασαρίσαμε | κρασαρίσατε | κρασάρισαν / κρασαρίσαν / κρασαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα κρασάρω / θα κρασαρίσω | θα κρασάρεις / θα κρασαρίσεις | θα κρασάρει / θα κρασαρίσει | θα κρασάρουμε / θα κρασαρίσουμε | θα κρασάρετε / θα κρασαρίσετε | θα κρασάρουν / θα κρασάρουνε / θα κρασαρίσουν / θα κρασαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κρασαρίσει | έχεις κρασαρίσει | έχει κρασαρίσει | έχουμε κρασαρίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κρασαρίσει | είχες κρασαρίσει | είχε κρασαρίσει | είχαμε κρασαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κρασαρίσει / να κρασάρω / να κρασαρίσω | να έχεις κρασαρίσει / να κρασάρεις / να κρασαρίσεις | να έχει κρασαρίσει / να κρασάρει / να κρασαρίσει | να έχουμε κρασαρίσει / να κρασάρουμε / να κρασαρίσουμε | να κρασάρετε / να κρασαρίσετε | να κρασάρουν / να κρασάρουνε / να κρασαρίσουν / να κρασαρίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε κρασαρισμένο / κράσαρε / κρασάρισε | — | — | κρασάρετε / κρασαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →