κραυγαλέος
•
- πολύ έντονος, μεγάλος ή προκλητικός Βικιλεξικό
- και παρόλο που απο τα εγχειρίδια απουσιάζει ο έντονος κραγαλέος εθνοκεντρισμός, δε λείπει η εθνική κατήχηση (Μαρία Αδάμου, Το εκπαιδευτικό σύστημα στην υπηρεσία του εθνικού κράτους η ελληνική περίπτωση "1950-1976", Εκδόσεις Παπαζήση, 2002, σελ. 590)
- Εφόσον προφανώς όλοι οι κρίσιμοι παράγοντες θυμούνται διαρκώς ότι η κοινωνία έχει σωρευτική κόπωση, φοβάται τις αλλαγές που συντελούνται στη διαστρωμάτωσή της και προβάλλει διαρκώς το αίτημα για συμπεριληπτικότητα, για έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση των νέων ανισοτήτων, πολλές από τις οποίες είναι κραυγαλέες. (Ιστορίες της Μεταπολίτευσης, (συλλογικό έργο, επιμελητές Κώστας Κωστής, Σωτήρης Ριζάς, εκδ. Πατάκης, 2025, σελ. 24)
Ετυμολογία
κραυγαλέος < κραυγή + -αλέος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κραυγαλέος | κραυγαλέα | κραυγαλέο |
| Γενική | κραυγαλέου | κραυγαλέας | κραυγαλέου |
| Αιτιατική | κραυγαλέο | κραυγαλέα | κραυγαλέο |
| Κλητική | κραυγαλέε | κραυγαλέα | κραυγαλέο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κραυγαλέοι | κραυγαλέες | κραυγαλέα |
| Γενική | κραυγαλέων | κραυγαλέων | κραυγαλέων |
| Αιτιατική | κραυγαλέους | κραυγαλέες | κραυγαλέα |
| Κλητική | κραυγαλέοι | κραυγαλέες | κραυγαλέα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →