κρεμάστρα
•
- αντικείμενο με το σχήμα των ανθρώπινων ώμων όπου κρεμάμε τα ρούχα ώστε να μην τσαλακώνονται όταν τοποθετηθούν σε ντουλάπα ή άλλο μέρος Βικιλεξικό
- επιτοίχια ή επιδαπέδια κατασκευή με άγκιστρα απ' όπου κρεμάμε ρούχα ή άλλα αντικείμενα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρεμάστρα < κληρονομημένο από την ελληνιστική κοινή κρεμάστρα < αρχαία ελληνική κρεμάθρα. Συγχρονικά αναλύεται σε (κρεμώ) κρεμασ- + -τρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρεμάστρα | κρεμάστρες |
| Γενική | κρεμάστρας | κρεμαστρών |
| Αιτιατική | κρεμάστρα | κρεμάστρες |
| Κλητική | κρεμάστρα | κρεμάστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →