Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κρεμάστρα

/kɾeˈma.stɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αντικείμενο με το σχήμα των ανθρώπινων ώμων όπου κρεμάμε τα ρούχα ώστε να μην τσαλακώνονται όταν τοποθετηθούν σε ντουλάπα ή άλλο μέρος Βικιλεξικό
  2. επιτοίχια ή επιδαπέδια κατασκευή με άγκιστρα απ' όπου κρεμάμε ρούχα ή άλλα αντικείμενα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κρεμάστρα < κληρονομημένο από την ελληνιστική κοινή κρεμάστρα < αρχαία ελληνική κρεμάθρα. Συγχρονικά αναλύεται σε (κρεμώ) κρεμασ- + -τρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκρεμάστρακρεμάστρες
Γενικήκρεμάστραςκρεμαστρών
Αιτιατικήκρεμάστρακρεμάστρες
Κλητικήκρεμάστρακρεμάστρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →