κρεμάω
•
- με παθητική φωνήτοποθετώ κάτι με τη μία άκρη του στερεωμένη ψηλότερα και την άλλη να πέφτει ελεύθερα προς τα κάτω Βικιλεξικό
- κρέμασε στο λαιμό της το χρυσό μετάλλιο
- οικείοαπαγχονίζω, εκτελώ κάποιον στην κρεμάλα Βικιλεξικό
- Θα κρεμούσαν για παραδειγματισμό στην πλατεία του χωριού έναν προδότη. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- μεταφορικάαφήνω κάποιον εκτεθειμένο ή παραπονεμένο ξεχνώντας την υπόσχεσή που του έδωσα Βικιλεξικό
- μου είχε υποσχεθεί ότι θα με δανείσει και με κρέμασε τελευταία στιγμή
- ένα μέρος του σώματός μου ή ενός αντικειμένου κατεβαίνει πιο χαμηλά απ' ό,τι συνήθως Βικιλεξικό
- γέρασες, κακομοίρη, και κρέμασες προγούλι!
- Να ξαναράψεις τον ποδόγυρο, γιατί κρεμάει.
- προφορικό) παντρεύω Βικιλεξικό
- Το 'πε και το 'κανε. Τους κρέμασε. Ο γάμος έγινε προχτές
Ετυμολογία
κρεμάω < κρεμ(ώ) + νεοελληνικό επίθημα -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κρεμῶ, συνηρημένος τύπος του κρεμάω (παλιότεροι τύποι: κρέμαμαι, κρήμνυμι). To αρχικό θέμα κρεμ‑α- δεν είναι σαφώς προσδιορισμένο.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κρεμάω / κρεμώ | κρεμάς | κρεμά / κρεμάει | κρεμάμε / κρεμούμε | κρεμάτε | κρεμάν / κρεμάνε / κρεμούν / κρεμούνε |
| Παρατατικός | κρεμούσα | κρεμούσες | κρεμούσε | κρεμούσαμε | κρεμούσατε | κρεμούσαν / κρεμούσανε |
| Αόριστος | κρέμασα | κρέμασες | κρέμασε | κρεμάσαμε | κρεμάσατε | κρέμασαν / κρεμάσαν / κρεμάσανε |
| Μέλλοντας | θα κρεμάσω / θα κρεμάω / θα κρεμώ | θα κρεμάς / θα κρεμάσεις | θα κρεμά / θα κρεμάει / θα κρεμάσει | θα κρεμάμε / θα κρεμάσουμε / θα κρεμούμε | θα κρεμάσετε / θα κρεμάτε | θα κρεμάν / θα κρεμάνε / θα κρεμάσουν / θα κρεμάσουνε / θα κρεμούν / θα κρεμούνε |
| Παρακείμενος | έχω κρεμάσει | — | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κρεμάσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κρεμάσει / να κρεμάσω / να κρεμάω / να κρεμώ | να κρεμάς / να κρεμάσεις | να κρεμά / να κρεμάει / να κρεμάσει | να κρεμάμε / να κρεμάσουμε / να κρεμούμε | να κρεμάσετε / να κρεμάτε | να κρεμάν / να κρεμάνε / να κρεμάσουν / να κρεμάσουνε / να κρεμούν / να κρεμούνε |
| Προστακτική | — | κρέμα / κρέμαγε / κρέμασε | — | — | κρεμάτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κρεμιέμαικρεμάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →