κρησάρα
•
- κόσκινο για το αλεύρι Βικιλεξικό
- μεταφορικάοποιαδήποτε διαδικασία επιλογής ή διαλογής ή αξιολόγησης, εξονυχιστικός έλεγχος Βικιλεξικό
- Από την «κρησάρα» του υπουργείου οι αγροτικές επιδοτήσεις από το 1994 (@enet.gr)
Ετυμολογία
κρησάρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κρησέρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κρησάρα | κρησάρες |
| Γενική | κρησάρας | — |
| Αιτιατική | κρησάρα | κρησάρες |
| Κλητική | κρησάρα | κρησάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →