κρησαρίζω
•
- κοσκινίζω χρησιμοποιώντας κρησάρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρησαρίζω < κρησάρα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κρησαρίζω | κρησαρίζεις | κρησαρίζει | κρησαρίζουμε | κρησαρίζετε | κρησαρίζουν / κρησαρίζουνε |
| Παρατατικός | κρησάριζα | κρησάριζες | κρησάριζε | κρησαρίζαμε | κρησαρίζατε | κρησάριζαν / κρησαρίζαν / κρησαρίζανε |
| Αόριστος | κρησάρισα | κρησάρισες | κρησάρισε | κρησαρίσαμε | κρησαρίσατε | κρησάρισαν / κρησαρίσαν / κρησαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα κρησαρίζω / θα κρησαρίσω | θα κρησαρίζεις / θα κρησαρίσεις | θα κρησαρίζει / θα κρησαρίσει | θα κρησαρίζουμε / θα κρησαρίσουμε | θα κρησαρίζετε / θα κρησαρίσετε | θα κρησαρίζουν / θα κρησαρίζουνε / θα κρησαρίσουν / θα κρησαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κρησαρίσει | έχεις κρησαρίσει | έχει κρησαρίσει | έχουμε κρησαρίσει | έχετε κρησαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κρησαρίσει | είχες κρησαρίσει | είχε κρησαρίσει | είχαμε κρησαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κρησαρίσει / να κρησαρίζω / να κρησαρίσω | να έχεις κρησαρίσει / να κρησαρίζεις / να κρησαρίσεις | να έχει κρησαρίσει / να κρησαρίζει / να κρησαρίσει | να έχουμε κρησαρίσει / να κρησαρίζουμε / να κρησαρίσουμε | να έχετε κρησαρίσει / να κρησαρίζετε / να κρησαρίσετε | να κρησαρίζουν / να κρησαρίζουνε / να κρησαρίσουν / να κρησαρίσουνε |
| Προστακτική | — | κρησάριζε / κρησάρισε | — | — | κρησαρίζετε / κρησαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →