Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δάχτυλο

/ˈða.xti.lo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ανθρώπινο σώμακάθε μία από τις αρθρωτές άκρες των χεριών και των ποδιών ανθρώπων και ζώων Βικιλεξικό
    • τα πέντε δάχτυλα του χεριού
    • Είχε παλάμες μικρές, μα δάχτυλα μακριά -όπως και νύχια, βαμμένα λευκά μονάχα στην απόληξή τους (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
    • Στα δάχτυλα του χεριού του τραυματίστηκε 12χρονος, έξω από τον Ιερό Ναό Αγίου Βλασίου, στο Μενίδι, ύστερα από έκρηξη κροτίδας που ο ίδιος άναψε (Σοβαρός τραυματισμός ανηλίκου από κροτίδα στο Μενίδι - Μεταφέρθηκε στο Παίδων, skai.gr, 12/04/2026 https://www.skai.gr/news/greece/sovaros-traymatismos-anilikou-apo-krotida-sto-menidi)
    • άλλες μορφές: δάκτυλο
  2. μονάδα μέτρησηςμονάδα μήκους, περίπου 2 εκατοστά Βικιλεξικό
    • βάλε ένα δάχτυλο κρασί

Ετυμολογία

δάχτυλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δάχτυλ(ον) + -ο < δάκτυλον με ανομοίωση της προφοράς [kt] > [xt] < αρχαία ελληνική δάκτυλος (αρσενικό) Συγκρίνετε με το δάκτυλος, δάκτυλο.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδάχτυλοδάχτυλα
Γενικήδάχτυλου / δαχτύλουδάχτυλων / δαχτύλων
Αιτιατικήδάχτυλοδάχτυλα
Κλητικήδάχτυλοδάχτυλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →