δάχτυλο
•
- ανθρώπινο σώμακάθε μία από τις αρθρωτές άκρες των χεριών και των ποδιών ανθρώπων και ζώων Βικιλεξικό
- τα πέντε δάχτυλα του χεριού
- Είχε παλάμες μικρές, μα δάχτυλα μακριά -όπως και νύχια, βαμμένα λευκά μονάχα στην απόληξή τους (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
- Στα δάχτυλα του χεριού του τραυματίστηκε 12χρονος, έξω από τον Ιερό Ναό Αγίου Βλασίου, στο Μενίδι, ύστερα από έκρηξη κροτίδας που ο ίδιος άναψε (Σοβαρός τραυματισμός ανηλίκου από κροτίδα στο Μενίδι - Μεταφέρθηκε στο Παίδων, skai.gr, 12/04/2026 https://www.skai.gr/news/greece/sovaros-traymatismos-anilikou-apo-krotida-sto-menidi)
- άλλες μορφές: δάκτυλο
- μονάδα μέτρησηςμονάδα μήκους, περίπου 2 εκατοστά Βικιλεξικό
- βάλε ένα δάχτυλο κρασί
Ετυμολογία
δάχτυλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δάχτυλ(ον) + -ο < δάκτυλον με ανομοίωση της προφοράς [kt] > [xt] < αρχαία ελληνική δάκτυλος (αρσενικό) Συγκρίνετε με το δάκτυλος, δάκτυλο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δάχτυλο | δάχτυλα |
| Γενική | δάχτυλου / δαχτύλου | δάχτυλων / δαχτύλων |
| Αιτιατική | δάχτυλο | δάχτυλα |
| Κλητική | δάχτυλο | δάχτυλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →