κριτικάρω
•
- ασκώ κριτική (ενίοτε κακόπιστη ή αρνητική) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κριτικάρω < λόγιο ενδογενές δάνειο: ιταλική criticare < λατινική criticus < αρχαία ελληνική κριτικός < κρίνω
Άλλοι τύποι
κριτικάρομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →