κροκίδα
•
- το χνούδι του υφάσματος, συσσωμάτωμα ή μπάλα από μαλλί ή βαμβάκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κροκίδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κροκύς, και γραφή, -ίς ή κρόκη¹ (νήμα, χνούδι μάλλινου υφάσματος), από την αιτιατική: τὴν κροκύδα με απλοποίηση ορθογραφίας <υ> < <ι> < κρέκω (υφαίνω, χτυπώ το ύφασμα, χτυπώ χορδή οργάνου με πλήκτρο). Δεν σχετίζεται με τη λέξη κρόκος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κροκίδα | κροκίδες |
| Γενική | κροκίδας | κροκίδων |
| Αιτιατική | κροκίδα | κροκίδες |
| Κλητική | κροκίδα | κροκίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →