κροκίδωση
•
- χημείαο σχηματισμός κροκίδων, η συσσωμάτωση σωματιδίων που βρίσκονται σε αιώρηση σε ένα διάλυμα σε κολλοειδή μορφή, με τη βοήθεια μέσου που επιδρά στην επιφανειακή τους τάση (κροκιδωτικό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κροκίδωση < κροκίδ(α) + -ωση • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κροκίδωση | κροκιδώσεις |
| Γενική | κροκίδωσης | κροκιδώσεων |
| Αιτιατική | κροκίδωση | κροκιδώσεις |
| Κλητική | κροκίδωση | κροκιδώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →