κροσάρισμα
•
- ναυτικός όροςη πλεύση ενός στενού, διαύλου κ.λπ. στη θάλασσα· το να διασχίζω μια θαλάσσια περιοχή Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςη διασταύρωση με άλλο σκάφος / πλοίο Βικιλεξικό
- αγγλισμόςο διαχωρισμός του ακουστικού σήματος σε ομάδες με διαφορετικό εύρος συχνοτήτων (π.χ. υψηλές, μέσες, χαμηλές συχνότητες) (από το αγγλικό: crossover) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κροσάρισμα < (κροσάρω) κροσάρισ-α + -μα < αγγλική cross • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κροσάρισμα | κροσαρίσματα |
| Γενική | κροσαρίσματος | κροσαρισμάτων |
| Αιτιατική | κροσάρισμα | κροσαρίσματα |
| Κλητική | κροσάρισμα | κροσαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →